Σεισμό στην οικονομική πολιτική του κράτους αναμένεται να φέρει η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθώς προβλέπει ότι οι συμβασιούχοι του Δημοσίου θα πρέπει να αμείβονται και να αποζημιώνονται (όταν απολύονται) όπως και οι αορίστου χρόνου. Η απόφαση από τη στιγμή που θα υιοθετηθεί από την ΕΕ ως κοινοτική οδηγία -κάτι το οποίο δεν θα αργήσει να γίνει, καθώς βασίστηκε στο κοινοτικό δίκαιο- θα αναγκάσει και την ελληνική κυβέρνηση να την ενσωματώσει στην οικονομική της πολιτική με ό,τι συνέπειες επιφέρει στα οικονομικά του κράτους. Ειδικότερα, πρόκειται για την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ, απόφαση υπ’ αριθ. C-596/14 της 14ης Σεπτ. 2016) που δημοσιεύθηκε πριν από λίγες μόλις ημέρες. Η απόφαση για πρώτη φορά εξομοιώνει τις συμβάσεις εργασίας κάθε είδους (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, συμβάσεις έργου, συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, συμβάσεις ΕΣΠΑ, συμβάσεις εκπαίδευσης-κατάρτισης, συμβάσεις αναπλήρωσης-αντικατάστασης συναδέλφου κ.ά.) ως προς όλους τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης (μισθό, επιδόματα, τριετίες, προειδοποίηση, αποζημίωση απόλυσης) με τις συμβάσεις αορίστου χρόνου. Από 200 έως 500 ευρώ Η μισθολογική διαφορά των 72.000 συμβασιούχων που απασχολούνται σήμερα στο κράτος με τους εργαζομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου στο Δημόσιο κυμαίνεται από 200 ως 500 ευρώ ανάλογα με τη σύμβαση, τον φορέα που προσλαμβάνει, τη μόρφωση και την οικογενειακή κατάσταση. Ο βασικός μισθός στο Δημόσιο είναι τα 780 ευρώ, ενώ στους συμβασιούχους ΕΣΠΑ «κατεβαίνει» στα 580 ευρώ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιλήφθηκε ύστερα από προδικαστικό αίτημα (νομικό ερώτημα) που του απέστειλε το Εφετείο Μαδρίτης της Ισπανίας (Tribunal Superior de Justicia de Madrid) στις 22-12-2014 και αφορούσε την ερμηνεία της ρήτρας αριθμός 4 της Συμφωνίας-Πλαίσιο «Για την εργασία ορισμένου χρόνου» και την Οδηγία υπ’ αριθ. 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, που είναι δεσμευτική και για τη χώρα μας. Η ουσία της υπόθεσης, που απασχόλησε το Εφετείο της Μαδρίτης και μετέπειτα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αφορούσε την αγωγή μιας εργαζομένης (Ana de Diego Porras) που απασχολήθηκε από τον Φεβρουάριο του 2003 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2012 με ανανεούμενες και διακοπτόμενες μεταξύ τους συμβάσεις ορισμένου χρόνου (συμβάσεις κατάρτισης, μερικής αναπλήρωσης συναδέλφου και συμβάσεις interinidad, στο πλαίσιο δημόσιου προγράμματος απασχόλησης-κατάρτισης) με εργοδότη το υπουργείο Αμυνας της Ισπανίας και απολύθηκε χωρίς να λάβει αποζημίωση απόλυσης, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβασιουχικής εργασίας της ελάμβανε μειωμένο μισθό σε σχέση με τους μόνιμους συναδέλφους της. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο μισθός αυτών που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, μερικής ή προσωρινής απασχόλησης, κάθε τύπου και περιεχομένου, πρέπει να είναι ίδιος με αυτόν που λαμβάνουν οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στις αντίστοιχες υπηρεσίες του κράτους, των ΟΤΑ και του ιδιωτικού τομέα. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι υποχρεωτική η καταβολή αποζημίωσης σε όσους απασχολήθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και αποχωρούν αυτοδικαίως (μετά τη λήξη της σύμβασης) ή απολύονται, αντίστοιχου ύψους με τις αποζημιώσεις που λαμβάνουν οι έχοντες σύμβαση αορίστου χρόνου συνάδελφοί τους που απολύονται. (…)

Tags: No tags

Comments are closed.